Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα των άρθρων -Τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν τους συγγραφείς.

Απριλίου 01, 2025

Η πραγματική ιστορία πίσω από την ταινία «Just Mercy» με τους Μάικλ Μπ. Τζόρνταν και Τζέιμι Φοξ


 Η ταινία «Just Mercy» είναι εμπνευσμένη από τα απομνημονεύματα του Μπράιαν Στίβενσον, στα οποία περιγράφει λεπτομερώς τις εμπειρίες του ως δικηγόρος στην Αλαμπάμα μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ.

Το δικαστικό δράμα είναι ένα κλασικό είδος που προκαλεί στον θεατή ένα συναισθηματικό καταρράκτη ενόσω η συχνά ιντριγκαδόρικη πλοκή προχωρά: συγκίνηση, θυμό, αγωνία, λύτρωση. Ωστόσο, αν απορρίψουμε την επιφάνεια και βουτήξουμε λίγο βαθύτερα, οι ταινίες που τοποθετούνται σε μια φυλακή ή μια δικαστική αίθουσα, συχνά γεννούν βαθύτερα ερωτήματα για τη δικαιοσύνη και τον τρόπο που ένα έθνος αντιμετωπίζει εκείνους που παραγκώνισε στα έγκατα της γης. Και, αν και υπήρξε πληθώρα δικαστικών θρίλερ τη δεκαετία του 1990, όπως το «Ζήτημα Τιμής» με τους Τζακ Νίκολσον, Ντεμι Μουρ και Τομ Κρουζ, το είδος έχει εκλείψει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το 2019, ήρθε το «Just Mercy» και κατάφερε να αναζωπυρώσει αποφασιστικά το είδος.


Πρόκειται για ένα δράμα που βασίζεται σε μια από τις σημαντικότερες υποθέσεις πολιτικών δικαιωμάτων στην αμερικανική ιστορία, η οποία, εν συνεχεία δημιούργησε ένα νέο νομικό τοπίο όσον αφορά τη μεταχείριση των θανατοποινιτών.


Αν και η ταινία παρεκλείνει ελαφρώς από την αλήθεια, παραμένει ακριβής ως προς την φιλία που προέκυψε μεταξύ του δικηγόρου Μπράιαν Στίβενσον (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν) και του πρώην κρατούμενου Γουόλτερ ΜακΜίλαν (Τζέιμι Φοξ).

Το «Just Mercy» είναι εμπνευσμένο από τα πραγματικά απομνημονεύματα του Στίβενσον, στα οποία περιγράφει λεπτομερώς τις εμπειρίες του ως δικηγόρος στην Αλαμπάμα μετά την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ.




Τo ομώνυμo βιβλίο του Στίβενσον είναι επώδυνο και αποκαλυπτικό, το είδος της αναγνωστικής εμπειρίας που μπορεί να αλλάξει την αντίληψή μας για τον κόσμο. Εν μέρει είναι μια καταγραφή της καριέρας του Στίβενσον ως ακτιβιστή και δικηγόρου που ειδικεύεται στις εφέσεις για θανατικές ποινές, αλλά είναι επίσης μια συμπονετική αναμέτρηση με τον ρατσισμό, τη φτώχεια και τις επιπτώσεις τους στο δικαστικό σύστημα.
Υπόθεση ΜακΜίλαν

Κατα τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ως δικηγόρος που προσέφερε χείρα βοηθείας σε όσους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν οικονομικά σε εκπροσώπηση, ο Στίβενσον εντάχθηκε αρχικά στο Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Νότου και αργότερα ίδρυσε μαζί με την Εύα Άνσλεϊ (Μπρι Λάρσον) την Πρωτοβουλία Ίσης Δικαιοσύνης.

Αναγνώρισαν ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός αφροαμερικανών ανδρών που εκτελούνταν και ότι πολλές από αυτές τις υποθέσεις διεκπεραιώνονταν χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Παρόλο που ο Στίβενσον εκπροσωπούσε πολλούς άνδρες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ζωής του, η ταινία επικεντρώνεται κυρίως στη σχέση του με τον θανατοποινίτη ΜακΜίλαν, ο οποίος ήταν γνωστός ως Τζόνι Ντι.



Ο ΜακΜίλαν κατηγορήθηκε άδικα για τη δολοφονία της Ρόντα Μόρισον, μιας νεαρής λευκής γυναίκας, το πτώμα της οποίας ανακαλύφθηκε σε ένα καθαριστήριο της Αλαμπάμα. Παρόλο που ο ΜακΜίλαν δεν είχε ποινικό μητρώο και σύμφωνα με καταθέσεις βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία την ώρα που θεωρητικά είχε γίνει ο φόνος, βρήκε τον ευατό του να κατηγορείται για ανθρωποκτονία -από κοινού με τον λευκό Ραλφ Μάγιερς (Τιμ Μπλέικ Νέλσον).

Ενώ στον Μάγιερς επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 30 ετών, ο ΜακΜίλαν επρόκειτο να καταδικαστεί σε θάνατο.


Από την ταινία «Just Mercy»
Διαφθορά

Παρά την καταδίκη του το 1986, ο ΜακΜίλαν δέχθηκε την υποστήριξη του Στίβενσον, ο οποίος υπέβαλε έφεση στο δικαστήριο προκειμένου να του επιτραπεί η επανάληψη της δίκης. Στην πραγματικότητα, η δικαστική υπόθεση είχε περισσότερες αποκρουστικές προεκτάσεις από ό,τι απεικονίζεται στην ταινία, καθώς ο Στίβενσον αντιμετώπισε έναν ισχυρό αντίπαλο, τον εισαγγελέα Τόμι Τσάπμαν (Ρέιφ Σπολ), ο οποίος αγνόησε κάθε στοιχείο που αποδείκνυε την αθωότητα του ΜακΜίλαν και αμφισβήτησε τη νομιμότητα του πτυχίου του Χάρβαρντ του Στίβενσον.

Η ταινία παρουσιάζει με μαεστρία μία από τις πιο συγκλονιστικές πτυχές της υπόθεσης, κατά την οποία ο Μάγιερς συμφώνησε να καταθέσει ότι ο ΜακΜίλαν ήταν αθώος και ότι αρχικά είχε πει ψέματα στο δικαστήριο αφού εξαναγκάστηκε από την αστυνομία, η οποία επιδόθηκε σε έναν ψυχολογικό πόλεμο εναντίον του, τοποθετώντας τον δίπλα από τους θαλάμους που πέθαιναν οι θανατοποινίτες, για να μυρίζει τη καμμένη ανθρώπινη σάρκα.



Παρά τις άμεσες αποδείξεις διαφθοράς, οι δικαστές αρνήθηκαν να πραγματοποιηθεί νέα δίκη.

Μέχρι και σήμερα

Το «Just Mercy», το οποίο προβάλλεται τώρα στο Netflix, απεικονίζει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ο Στίβενσον ευαισθητοποίησε την κοινή γνώμη σχετικά με τις προσπάθειές του να αποδοθεί δικαιοσύνη, εμφανιζόμενος στην εκπομπή «60 Minutes» του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CBS, η οποία τελικά οδήγησε στο Ανώτατο Δικαστήριο να επικυρώσει την επανάληψη της δίκης.

Η καταδίκη του ΜακΜίλαν ανατράπηκε και αφέθηκε ελεύθερος – παρέμεινε φίλος με τον Στίβενσον μέχρι τον θάνατό του από φυσικά αίτια το 2013. Παρόλο που η έρευνα που ακολούθησε επιβεβαίωσε ότι ήταν αθώος, η δολοφονία δεν χαρακτηρίστηκε ποτέ επίσημα ως εξιχνιασμένη. Ωστόσο, οι τίτλοι τέλους σημειώνουν τη δυσάρεστη πραγματικότητα ότι ο συγκρατούμενος του ΜακΜίλαν, ο Άντονι Ρέι Χίντον (Ο’Σι Τζάκσον τζ.), παρέμεινε στη φυλακή μέχρι μια δικαστική απόφαση του 2014 που ανέφερε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την καταδίκη του. Ο Στίβενσον συνεχίζει να αγωνίζεται για την ίση προστασία όλων των ανθρώπων και σήμερα.

*Με πληροφορίες από: Collider | New York Times

Ει

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου