Ένας από τους βασικούς δείκτες που εφαρμόζονται σε αυτήν την έρευνα είναι το μέγιστο όριο υπολειμμάτων (ΑΟΚ) φυτοφαρμάκων, δηλαδή το ανώτατο όριο υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων που επιτρέπεται σε τρόφιμα ή ζωοτροφές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα φυτοφάρμακα, αν και σημαντικά στην τρέχουσα γεωργική παραγωγή, αποτελούν ζήτημα ασφάλειας τροφίμων λόγω των πιθανών επιπτώσεων στην υγεία όταν τα υπολείμματα στα τρόφιμα υπερβαίνουν τα κανονιστικά επίπεδα. Επιστημονικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι η έκθεση σε υπολείμματα φυτοφαρμάκων μέσω της διατροφής μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από ασθένειες, από νευροτοξικότητα και ενδοκρινικές διαταραχές έως καρκινογένεση.
Τα ευρήματα της ανάλυσης έδειξαν πως για την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, έχουν αναφερθεί υψηλά ποσοστά υπερβάσεων του ανώτατου ορίου υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων (ΑΟΚ) της τάξης του 1,3% και 1,5% αντίστοιχα, γεγονός που αποτελεί ένδειξη πιθανών κενών στην γεωργική πρακτική ή στην επιβολή των κανονισμών, σύμφωνα με τους ερευνητές. Η Φινλανδία και το Λουξεμβούργο αναφέρουν τα χαμηλότερα ποσοστά υπερβάσεων των ΑΟΚ, μόλις 0,4%, γεγονός που αποτελεί ένδειξη βελτιωμένης διαχείρισης φυτοφαρμάκων ή αυστηρών διαδικασιών παρακολούθησης σε αυτά τα κράτη. Η Ελλάδα επίσης κατέκτησε την αρνητική πρωτιά στην σπατάλη τροφίμων: 142 κιλά κατά κεφαλήν στην Ελλάδα, με τη Κροατία να έχει μόλις 76 κιλά. Δεύτερo σε σπατάλη τροφίμων αναδείχθηκε το Λουξεμβούργο (139 κιλά) και τρίτη η Φινλανδία (137 κιλά), πιθανώς λόγω των τάσεων υπερκατανάλωσης, της σπατάλης τροφίμων στο λιανικό εμπόριο ή των διατροφικών συνηθειών των καταναλωτών σε περιβάλλοντα υψηλού εισοδήματος.
Η Βουλγαρία, η Ελλάδα και, σε μικρότερο βαθμό, η Ισπανία έχουν επανειλημμένα χαμηλές επιδόσεις τόσο στα υψηλά επίπεδα υπέρβασης των ΑΟΚ όσο και στα υψηλά επίπεδα κοινοποίησης RASFF. Σε αυτές τις περιπτώσεις, φαίνεται να υπάρχουν βαθιά ριζωμένα διαρθρωτικά εμπόδια, όπως οι υπο-χρηματοδοτούμενες εργαστηριακές εγκαταστάσεις, η διασκορπισμένη επιβολή της ασφάλειας των τροφίμων και η ανεπαρκής θεσμική ικανότητα για την προώθηση της συμμόρφωσης. Πιθανότατα υπάρχουν επίσης πολιτισμικοί λόγοι – τα κράτη της Νότιας Ευρώπης έχουν ιδιαίτερα χαμηλότερη συμμετοχή των καταναλωτών στην ασφάλεια των τροφίμων και μεγαλύτερη εξάρτηση από παραδοσιακές γεωργικές πρακτικές που δεν είναι απολύτως κατάλληλες για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις διαχείρισης παρασίτων. Τέλος, η υπερβολική σπατάλη τροφίμων σε χώρες όπως η Ελλάδα αποτελεί επίσης ένδειξη αναποτελεσματικών προτύπων κατανάλωσης ή λιγότερο αποτελεσματικών συστημάτων αναδιανομής, τα οποία επίσης παρεμποδίζουν τις προσπάθειες για την επίτευξη γενικότερων στόχων βιωσιμότητας.
Γενικότερα τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι στις χαμηλότερες θέσεις βρίσκονται η Ελλάδα και η Βουλγαρία, οι οποίες έχουν πολύ υψηλότερα επίπεδα υπέρβασης των ΑΟΚ φυτοφαρμάκων και κοινοποίησης RASFF. Αυτό σημαίνει σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, ότι τα συστήματα παρακολούθησης της ασφάλειας των τροφίμων για αυτές τις χώρες θα πρέπει να ενισχυθούν με αυξημένους ελέγχους και εκστρατείες. Επιπλέον, το υψηλό ποσοστό σπατάλης τροφίμων στην Ελλάδα υποδηλώνει την ανάγκη για παρεμβάσεις για την αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών και τη βελτίωση της διαχείρισης της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Εσθονία, η Λιθουανία και η Κροατία πρωτοστατούν κατακτώντας τους καλύτερους δείκτες ασφάλειας τροφίμων μεταξύ των άλλων κρατών μελών της ΕΕ. Συγκεκριμένα, η ηγετική θέση της Εσθονίας δικαιολογείται απόλυτα λόγω του αξιοσημείωτα χαμηλού ποσοστού κοινοποιήσεων στο σύστημα RASFF, της χαμηλής συχνότητας υπερβάσεων των ΑΟΚ φυτοφαρμάκων και των χαμηλών απωλειών τροφίμων. Αυτή είναι αδιάσειστη απόδειξη ότι μια συνεργατική προσέγγιση στη διαχείριση της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικά οφέλη στην απόδοση της ασφάλειας τροφίμων.
Χώρες-ηγέτες όπως η Κροατία και η Λιθουανία παρουσιάζουν επίσης υψηλή συνέπεια και στους τρεις υπό εξέταση δείκτες. Η Λιθουανία ξεχωρίζει με πολύ χαμηλό ποσοστό σπατάλης τροφίμων. Για την Κροατία, η χαμηλή συχνότητα υπερβάσεων των ΑΟΚ φυτοφαρμάκων μπορεί να υποδηλώνει επιτυχή εφαρμογή των γεωργικών κανονισμών και των κανονισμών για την ασφάλεια των τροφίμων.
Αντίθετα, οι χώρες μεσαίου επιπέδου —Γερμανία, Ισπανία και Πολωνία— έχουν έναν μέτριο αριθμό δεικτών που λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση. Αν και διαθέτουν χαμηλότερους δείκτες «εγγύτητας», υποδεικνύουν ένα αρκετά καλό επίπεδο διαχείρισης της ασφάλειας των τροφίμων. Ωστόσο, σε αυτές τις χώρες, ενδέχεται να απαιτούνται πρόσθετες συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές, ιδίως όσον αφορά την ελαχιστοποίηση της απώλειας τροφίμων, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που μειώνουν τους συνολικούς δείκτες τους.
Τα συμπεράσματα πολιτικής αυτής της εργασίας μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους ρυθμιστικούς φορείς και στους ενδιαφερόμενους φορείς της αγροδιατροφικής βιομηχανίας. Οι υπερβάσεις των ΑΟΚ φυτοφαρμάκων αναγνωρίζονται ως ο σημαντικότερος παράγοντας για τις ειδοποιήσεις RASFF από αυτήν τη μελέτη, παρέχοντας άμεση, βασισμένη σε στοιχεία αιτιολόγηση για την αύξηση των φυτοϋγειονομικών ελέγχων και των επενδύσεων σε υπερσύγχρονες εργαστηριακές εγκαταστάσεις σε χώρες υψηλού κινδύνου.
Σύνδεσμος για την επιστημοπνική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2304-8158/14/14/2501

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου