Μετρήσεις σε σταθμούς ταχυφόρτισης δείχνουν υψηλές συγκεντρώσεις
PM2,5, υπερδιπλάσιες από τον αστικό μέσο όρο, με αυξημένο κίνδυνο για παιδιά, ηλικιωμένους και άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις.Αν και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θεωρούνται πιο «καθαρή» επιλογή σε σχέση με τα συμβατικά οχήματα, νέα μελέτη του UCLA υποδεικνύει ότι οι ταχυφορτιστές τους μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά την τοπική ποιότητα του αέρα. Η έρευνα της Σχολής Δημόσιας Υγείας έδειξε ότι οι ανεμιστήρες των καμπινών μετατροπής ισχύος φαίνεται να ανασηκώνουν μικροσωματίδια από την άσφαλτο, τα φρένα και τη σκόνη, δημιουργώντας τοπικούς «θύλακες» ρύπανσης γύρω από τους σταθμούς φόρτισης.
Οι μετρήσεις σε 50 σταθμούς ταχυφόρτισης (DC fast chargers) στο Λος Άντζελες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν Tesla Superchargers, έδειξαν ότι η μέση συγκέντρωση PM2.5 έφτασε τα 15 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο. Το επίπεδο αυτό είναι διπλάσιο σε σχέση με τον μέσο αστικό όρο (7–8 μg/m³) και υψηλότερο από τον μέσο όρο των πρατηρίων βενζίνης (12 μg/m³). Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, η συγκέντρωση έφτασε ακόμη και τα 200 μg/m³, τιμή που θεωρείται επικίνδυνη για την υγεία, καθώς τα σωματίδια αυτά μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες και στο κυκλοφορικό σύστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιοαναπνευστικών προβλημάτων, ειδικά σε άτομα με ευαισθησίες ή προϋπάρχοντα νοσήματα.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ηλεκτρικά οχήματα παραμένουν συνολικά πιο φιλικά προς το περιβάλλον, αλλά η ασφαλής εγκατάσταση και χρήση των ταχυφορτιστών είναι κρίσιμη. Προτείνουν την ενσωμάτωση φίλτρων αέρα στις καμπίνες, την προσεκτική επιλογή θέσεων (μακριά από σχολεία και κατοικίες) και τη χρήση του κλιματισμού από τους οδηγούς ή την προσωρινή απομάκρυνση κατά τη φόρτιση.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση, ώστε οι τεχνολογίες που προορίζονται να μειώσουν τη ρύπανση να παραμένουν πραγματικά καθαρές.
Η μελέτη που αναφέρεται στην ποιότητα του αέρα γύρω από τους ταχυφορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων (DCFC) πραγματοποιήθηκε από την Σχολή Δημόσιας Υγείας Fielding του Πανεπιστημίου UCLA και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Environment International τον Ιούλιο του 2025.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου