«Τα έντονα και επίμονα καιρικά φαινόμενα, κάποια από αυτά, όπως για παράδειγμα η ραγδαιότητα των βροχοπτώσεων, μπορεί να συσχετιστούν σε έναν βαθμό με την κλιματική αλλαγή και την
υπερθέρμανση του πλανήτη», τονίζει, μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο καθηγητής του τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου Πατρών και του Εργαστηρίου Φυσικής της Ατμόσφαιρας, Αθανάσιος Αργυρίου, με αφορμή τα κύματα κακοκαιρίας που πλήττουν τις τελευταίες εβδομάδες πολλές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας.Παράλληλα, ο καθηγητής επισημαίνει ότι «η ανατολική Μεσόγειος, είναι ένα από τα σημεία, τα οποία έχει επηρεάσει η κλιματική αλλαγή περισσότερο από άλλες περιοχές», ενώ σημειώνει ότι «από εδώ και πέρα μάλλον θα πρέπει να συνηθίσουμε στα έντονα φαινόμενα».
Ειδικότερα, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Αθανάσιος Αργυρίου, σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη, «εφόσον ζούμε σε ένα περιβάλλον συνεχώς αυξανόμενων θερμοκρασιών, ενισχύεται η εξάτμιση των υδάτων από την επιφάνεια της Γης για δύο λόγους» και συνεχίζει: «Αφενός, διότι η ατμόσφαιρα είναι θερμότερη και αφετέρου, διότι ένα μέρος αυτής της θερμότητας περνάει και στη θάλασσα εν γένει».
Οι καύσωνες
Μάλιστα, όπως λέει χαρακτηριστικά σε αυτό το σημείο, «πλέον, όσοι ασχολούνται με την ωκεανογραφία, παρατηρούν ότι έχουμε επεισόδια καυσώνων και στις θάλασσες, ανάλογα με αυτά τα οποία παρατηρούμε και στην ατμόσφαιρα», συμπληρώνοντας: «Άρα λοιπόν, υψηλότερη θερμοκρασία σημαίνει υψηλότερη εξάτμιση των υδάτων από την επιφάνεια της Γης. Επομένως, οι υδρατμοί, οι οποίοι βρίσκονται στην ατμόσφαιρα, κάποια στιγμή, εφόσον είναι περισσότεροι, θα πέσουν υπό μορφή βροχής, χιονιού, ή οτιδήποτε εξαρτάται από τις συνθήκες, σε κάθε γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Ιδίως στα δικά μας γεωγραφικά πλάτη, θα πέσουν κυρίως υπό μορφή βροχής, ενώ εφόσον υπάρχει μεγαλύτερη ποσότητα υδρατμών, αυτή θα δώσει μεγαλύτερη ποσότητα βροχής. Ως εκ τούτου, όταν υπάρξουν στην ατμόσφαιρα οι απαραίτητες συνθήκες για να σχηματιστεί βροχή, οι ποσότητες βροχής θα είναι πολύ μεγαλύτερες. Δηλαδή, ένα μόριο νερού για παράδειγμα, το οποίο εξατμίζεται και γίνεται υδρατμός έχει μέσο χρόνο παραμονής στην ατμόσφαιρα γύρω στις 13 με 15 ημέρες και δεν αιωρείται επ΄ άπειρον».
Αναφερόμενος ειδικά στην ανατολική Μεσόγειο, ο Αθανάσιος Αργυρίου, λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι «είναι ένα από τα σημεία, τα οποία έχει επηρεάσει η κλιματική αλλαγή περισσότερο από άλλες περιοχές» και προσθέτει: «Η κλιματική αλλαγή δεν εκδηλώνεται με την ίδια ένταση σε όλες περιοχές του πλανήτη. Και αυτό το γεγονός αποτελεί μία εξήγηση όσον αφορά τη ραγδαιότητα των βροχοπτώσεων και των έντονων καιρικών φαινομένων».
«Από από την άλλη πλευρά», επισημαίνει ο καθηγητής, «το γεγονός ότι έχουμε συνεχείς καταιγίδες δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να το αποδώσει κανείς οπωσδήποτε στην κλιματική αλλαγή, διότι έχει να κάνει και με τη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος, διότι είναι κάτι το οποίο υπήρχε και παλιά».
Οι μετρήσεις
«Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα βροχομετρικά δεδομένα του δικού μας σταθμού, το μέσο ετήσιο ύψος βροχής τα τελευταία 12 χρόνια είναι περίπου γύρω στα 770 χιλιοστά, ενώ υπήρχαν χρονιές, όπως το 2013, όπου είχαμε πάνω από 1.000 χιλιοστά ύψος βροχής. Αυτό έχει συμβεί και άλλες χρονιές, όπου είχαμε 900 χιλιοστά ύψος βροχής ή και πιο χαμηλά. Φέτος, αυτό που μας έκανε εντύπωση και το συζητάμε, είναι ότι τους δύο πρώτους μήνες του 2026 είχαμε περίπου το 46% της αθροιστικής βροχόπτωσης, δηλαδή γύρω στα 300 χιλιοστά μέσα ένα δίμηνο, με βάση πάντα αυτά τα οποία έχουμε μετρήσει».
Όπως τονίζει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Αθανάσιος Αργυρίου, «δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει ότι οι έντονες και συνεχείς βροχοπτώσεις μπορεί να επαναληφθούν και τα επόμενα χρόνια, διότι από εδώ και πέρα μάλλον θα πρέπει να συνηθίσουμε στα έντονα φαινόμενα, ακόμα και στις έντονες χιονοπτώσεις».
Οι ισχυροί άνεμοι
Σχετικά με τους ισχυρούς ανέμους που έχουν πλήξει πολλές περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, ο καθηγητής λέει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ότι «ήταν κάτι έκτακτο, για αυτό ακριβώς και είναι πολύ νωρίς να πούμε αν είναι κάτι το οποίο μπορούμε να το εντάξουμε στη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος, ή είναι αποτέλεσμα που μπορεί να αποδοθεί, για παράδειγμα, στην υπερθέρμανση του πλανήτη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου