Μακρά παρουσία στην Ελλάδα έχουν οι χανταϊοί που μεταδίδονται από τρωκτικά και μπορούν να περάσουν στον άνθρωπο μέσω επαφής ή εισπνοής με εκκρίσεις μολυσμένων τρωκτικών που περιέχουν μολυσματικά σωματίδια. Παρότι το όνομα της νόσου έγινε τώρα γνωστό στο ευρύ κοινό, μετά τον θάνατο τριών επιβατών στο κρουαζιερόπλοιο MV «Ηondius» και τη νόσηση τουλάχιστον δύο ακόμη, που βρίσκονται σε καραντίνα.
Σύμφωνα με την τελευταία επιδημιολογική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων, στην Ελλάδα από το 2019 μέχρι το 2023 έχουν καταγραφεί επτά κρούσματα χανταϊού, με τα περισσότερα να εντοπίζονται το 2021 (4).
Κατανομή των ποσοστών λοίμωξης από χανταϊό ανά χώρα, 2023.
Μιλώντας στην «Κ» , η καθηγήτρια Μικροβιολογίας του ΑΠΘ Αννα Παπά- Κονιδάρη εξηγεί ότι τα κρούσματα χανταϊού που εντοπίζονται στην Ελλάδα διαφέρουν από αυτό που εντοπίστηκε στο κρουαζιερόπλοιο το οποίο είχε αποπλεύσει από την Ουσουάια της Αργεντινής.
«Ανήκουν στην ίδια οικογένεια, αλλά πρόκειται για διαφορετικούς ιούς. Αυτός που εντοπίζεται στην Ελλάδα είναι ο ιός Dobrava-Belgrade, ο οποίος αποτελεί την κύρια αιτία αιμορραγικού πυρετού με νεφρικό σύνδρομο στη νότια Ευρώπη. Από την άλλη, το είδος χανταϊού που εντοπίστηκε στο κρουαζιερόπλοιο προσβάλλει τους πνεύμονες», σημειώνει.
Παρότι ο τρόπος μετάδοσης είναι ίδιος σε όλα τα είδη, η ειδικός σημειώνει πως το είδος χανταϊού που εντοπίζεται στην Ελλάδα δεν είναι μεταδοτικό. «Τα περισσότερα κρούσματα που εντοπίζονται είναι αγρότες και κτηνοτρόφοι, ενώ τα συνήθη συμπτώματα είναι αιμορραγικός πυρετός με νεφρικό σύνδρομο, πονοκέφαλος, κηλίδες στο δέρμα», σημειώνει η καθηγήτρια.
Η επιδημία του ’80
Κι ενώ σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας παρακολουθεί τα κρούσματα χανταϊού που συνδέονται με το κρουαζιερόπλοιο MV «Hondius», η Ελλάδα έχει βρεθεί αντιμέτωπη με τον ιό ήδη από τη δεκαετία του 1980. Μία από τις σημαντικότερες ελληνικές καταγραφές προέρχεται από την Ηπειρο και αποτυπώνεται σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2000 από τους ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τους Γιώργο Μιλτιάδου, Ρήγα Καλαϊτζίδη, Μωυσή Ελισάφ και Κώστα Σιαμπούλο.
Σύμφωνα με την έρευνα, το 1985 σημειώθηκε επιδημία χανταϊού στην Ηπειρο. Οκτώ ασθενείς νοσηλεύθηκαν στα νοσοκομεία των Ιωαννίνων, ενώ μέχρι το 1990 είχαν διαγνωστεί ακόμη 24 περιστατικά. Οι ασθενείς ήταν κυρίως ξυλοκόποι, γεωργοί και κτηνοτρόφοι που ζούσαν σε ορεινές περιοχές, με τους επιστήμονες να συνδέουν τη μετάδοση με επαφή με μολυσμένα τρωκτικά.
Σύμφωνα με τη μελέτη, αρκετοί ασθενείς εμφάνισαν μακροχρόνιες διαταραχές νεφρικής λειτουργίας ακόμη και χρόνια μετά τη νόσηση, τη στιγμή που οι χανταϊοί αποτελούσαν ήδη ένα από τα σημαντικότερα λοιμώδη αίτια νεφρικής ανεπάρκειας στην κεντρική Ευρώπη.
Αλλες επιστημονικές αναφορές του 1990 σημειώνουν πως στην Ηπειρο είχαν διαγνωστεί «τα περισσότερα κλινικά περιστατικά» αιμορραγικού πυρετού με νεφρικό σύνδρομο στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο. Για αυτό, μάλιστα, και οι Πανεπιστημιακές Κλινικές Ιωαννίνων αναφέρονταν τότε ως κέντρα εξειδικευμένης διάγνωσης και θεραπείας για ύποπτα περιστατικά από όλη τη χώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου