
Παιδάκι του δημοτικού πέρασα ένα καλοκαίρι στο χωριό της θείας μου, εκεί στη Μάνη που γυμνή και άφοβη στέκεται στητή να τρομάζει τους κακοπροαίρετους.
Ένα μήνα μαζί με τα ξαδέλφια μου, φάνταζε υπέροχο με προστάτη τη θεία που ήταν όλο χαμόγελα και επιείκεια με τα παιδιά.
Ένα χωριό που, αν και παιδάκι, με εντυπωσίασε για το πόσο ''πίσω στο χρόνο '' έμεινε. Το ''δεν έχετε...;'' το ένα ή το άλλο ήταν οι πρώτες μου ερωτήσεις.
Ένα χωριό με πέτρινα σπίτια, με μεγάλα παράθυρα, σήμερα τα λέμε μπαλκονόπορτες, χωρίς προστατευτικά κάγκελα απέξω, με δάπεδο σκεπασμένο με υφαντά αν και καλοκαίρι, με κατοίκους φιλόξενους. Ναι, και αυτό μου είχε κάνει εντύπωση.
Σε κάθε επίσκεψη πάντα σε εμάς τα παιδιά έδιναν το πεσκέσι τους, ό,τι είχε το κάθε σπίτι. Φεύγαμε με γλυκό του κουταλιού στο βάζο, ή με πίτες στο χέρι ή με καρπούζια, ένα το κάθε παιδί!
Στο σπίτι στο χωριό ζούσαν οι γονείς της θείας, με κεφαλή του σπιτιού το Μανιάτη πατέρα, έναν ηλικιωμένο λεβέντη,περήφανο και σκληρό, που ο λόγος του ήταν εντολή για όλους. Η Μανιάτισσα σύζυγος, οι δυο θυγατέρες και οι τρεις γιοι δεν αντέκρουαν ποτέ τον γερο πατέρα. Ακόμη κι αν διαφωνούσαν.
Θυμάμαι ότι τον φοβόμουν στην αρχή. Δεν τον είδα να χαμογελάει όλο τον μήνα που μείναμε μαζί τους.
Με φωνή βροντερή, έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, αυτή που εκείνος είχε ορίσει ως σωστή.
Ακόμη και για το μικρότερο ξάδελφό μου, όταν είχε πέσει εκεί στους κακοτράχαλους δρόμους, στις πλαγιές του βουνού και έβαλε τα κλάματα τόσο δυνατά που μας άκουσαν ως κάτω ''απ' τ'αυλάκι'', ο παππούς επενέβη χωρίς τρυφερότητα και χάδια. ''Οι άντρες δεν κλαίνε με ένα κοψιματάκι στο γόνατο''φώναξε με την σκληρή φωνή του. '' Οι άντρες στέκονται ορθοί και αγωνίζονται. Χτυπούν το πόδι και σείεται ο τόπος!!'' Και ευθύς χτύπησε το πόδι στο δάπεδο και εγώ πίστεψα όντως ότι μόλις είχε γίνει ένας αισθητός σεισμός καθόλου ευκαταφρόνητος! Το κλάμα σταμάτησε και όλα τα παιδιά συγκρατούσαμε τα δάκρυά μας, αν ο παππούς ήταν τριγύρω.
Ήταν το πρώτο μάθημα για να μη γίνω κλαψάρα, έτσι πιστεύω. Κι επειδή ήμουν από μικρή φεμινίστρια το ''οι άντρες δεν κλαίνε'' δεν το έλαβα καν υπόψη. Δεν κλαίμε με το παραμικρό ήταν για μένα μάθημα από εκείνον τον παππού μια και οι γονείς μου με ένα κλάμα λύγιζαν!
Που λες, η θεία φρόντιζε τι θα φάμε κάθε ημέρα. Ήξερε τι μας αρέσει και φρόντιζε να είναι στρωμένο το τραπέζι την καθορισμένη ώρα κι εμείς να έχουμε γυρίσει από την περιήγηση στο χωριό και κυρίως από την επίσκεψη στη μικρή λίμνη με τα πολλά βατράχια. Πρώτη φορά έβλεπα βατράχια και τα περιεργαζόμουν από απόσταση βέβαια, γιατί μέχρι σήμερα τα βρίσκω σιχαμερά.
Μια ημέρα το φαγητό το όρισε ο παππούς. Φάβα με χταπόδι.
Ο Θεός να βάλει το χέρι του, σκέφτηκα όταν είδα το πιάτο μπροστά μου. Φάβα; Ποτέ δεν την είχα φάει και δεν ήξερα καν τι είναι. Το χταπόδι σάλτσα δεν ήταν φαγητό που δοκίμαζα τότε, σκέψου τον συνδυασμό.
''Δεν μ' αρέσει αυτό το φαγητό '' είπα θαρρετά. Χαχαχα ποιος είδε τον παππού και δεν σκιάστηκε! Πήρε την καρέκλα του με το σακάκι του ριγμένο στην πλάτη και έκατσε δίπλα μου. Έτσι που την χτύπησε στο πάτωμα νόμιζες ότι η καρέκλα θα άνοιγε στα 4 της πόδια. Η θεία προσπάθησε να μου πάρει το πιάτο να μου φέρει ό,τι και στα παιδιά της αλλά, η φωνή του Μανιάτη την κοκάλωσε.
Φάβα θα έτρωγα το κατάλαβα. Και άντε να μην ανακατευτώ, σκέφτηκα.
''Τον βλέπεις το σκύλο;'' με ρώτησε ενώ με παρότρυνε να βάλω μπουκιά στο στόμα.
''Κούτσαινε το άτιμο αρκετό καιρό. Έπεσε από το παράθυρο που πήγε να πηδήξει και στραμπούλιξε το πόδι του'' ''Το έσπασε''; ρώτησα. ''Όχι, ευτυχώς'' είπε ο παππούς αλλά κούτσαινε πολύ καιρό. Και τι δεν έκανα ...μπουκιάαα...και τι δεν έκανα για να του περάσει το πόδι. Έλα βάλε άλλη μια μπουκιά. Του έβαζα βότανα αλοιφή κάθε μέρα, του έτριβα το πόδι, τίποτε. Μπουκιά είπαμε!!!. Μέχρι μια μέρα έγινε το κακό. Πήγα να κατέβω από εκεί, να, εκείνο το σημείο'' και μου έδειξε μια μικρή πλαγιά στο πλάι του δρόμου. ''Παραπάτησα και έπεσα. Μπουκιά, έλα άλλη μια, και δεν μπορούσα και να σηκωθώ. Η ηλικία βλέπεις. Τότε ο σκύλος μου, ήλθε κοντά μου κι άρχισε να με γλύφει. Φύγε του είπα, πήγαινε φέρε το γιο μου. Και γάβγισε και έφυγε τρέχοντας.'' Σταμάτησε ο παππούς να μιλά και εγώ όλο αγωνία και περιέργεια τον παρότρυνα να μου πει παρακάτω. ''Ναι έφερε το γιο μου που με σήκωσε και ευτυχώς δεν είχα πάθει πολλά πράγματα. Είδες τι σου είπα; Έφυγε τρέχοντας. Δεν κούτσαινε πια''. Κι εγώ κοιτούσα το γέρικο σκυλί πώς κατάφερε όχι να τρέξει, αλλά να βρει το γιο του παππού και να τον κάνει να τον ακολουθήσει!
''Κοίτα το πιάτο σου τώρα'' μου είπε ο παππούς. ''Έφαγες κάτι που δεν σου άρεσε. Καλό δεν ήταν; Και τόσο ωφέλιμο. Όλα τα τρώμε να το ξέρεις, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει το μέλλον''.
Από τότε η φάβα έγινε αγαπημένο φαγητό. Αν και δεν τη μαγείρευα μόνο για μένα, γιατί δεν αρέσει στην ''κεφαλή'' του σπιτιού μου, απ' όταν μεγάλωσαν οι κόρες μου την τρώνε κι εκείνες πολύ. Έτσι προχθές θυμήθηκα τον παππού με τη φάβα στο πιάτο μου και συνοδεία χταπόδι, στιφάδο το έκανα εγώ.
Το επόμενο που με έμαθε να τρώω και που αγαπώ ιδιαιτέρως είναι τα φραγκόσυκα! Μμμ αν και είναι δύσκολα στο καθάρισμα είναι σκέτη λιχουδιά.
Να σαι αναπαυμένος εκεί ψηλά παππού και ξέρω ότι με πρόσεχες και με συμπαθούσες.
Ένας άνθρωπος αυτάρκης ήταν ο γερο Μανιάτης. Μέχρι τα βαθιά του γεράματα δεν ήθελε να τον γιατροπορεύσει κανείς. Δεν ξέρω αν το είχε ανάγκη βέβαια. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, πλήρης ημερών, μετά από ατύχημα. Έπεσε από εκείνη την μπαλκονόπορτα χωρίς προστατευτικό στην πλαγιά από κάτω . Όσο μικρή κι αν ήταν η κατηφόρα, βράχια ήταν γεμάτη και ηλικιωμένος παππούς ο άτυχος.
Τον φαντάζομαι ακόμη ψηλό να βροντοφωνάζει ό,τι τον ενοχλεί. Και φυσικά να φωνάζει: ''Ζήτω ο βασιλεύς ! Και αντίρρηση δεν δέχομαι από κανένα!''

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου