Κατά την διάρκεια της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 άνθησε το ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ της Μαντούς Μαυρογένους και του Δημήτρη Υψηλάντη. Οι δύο νέοι
αγαπήθηκαν παράφορα, και με μεγάλο πάθος, μέσα στις όπλα και τον πόλεμο. Ο έρωτάς τους όμως, μετά από πολλές δραματικές φάσεις, είχε τραγική κατάληξη.
Η Μαντώ καταγόταν από το γένος των Μαυρογένηδων, μιας από τις πιο σημαντικές οικογένειες του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Αντλούσε την καταγωγή της από την "Βυζαντινή" αυτοκρατορία. Ο πατέρας της, Νικόλαος Μαυρογένης, είχε χρηματίσει σπαθάριος στην Αυλή της Μολδαβίας. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Εκεί έκανε μεγάλη περιουσία και ως πατριώτης ενίσχυσε οικονομικά τον Λάμπρο Κατσώνη, όταν αυτός αναζητούσε πόρους για να ξεκινήσει τις ναυτικές του επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.
Η πρώτη γνωριμία της Μαντούς με τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλαντη, ενδεχομένως να πραγματοποιήθηκε στην Τεργέστη, στο σπίτι του πατέρα της, όταν ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να κατέλθει στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εξακριβωθεί από καμία ιστορική πηγή. Όταν ο Νικόλαος Κασομούλης και ο υπασπιστής του Δημητρίου Υψηλαντη, ο Γρηγόριος Σάλας, μετέβησαν στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας οικονομικούς πόρους για την ενίσχυση του Αγώνα στην βόρεια Ελλάδα, τους φιλοξένησε στην Μύκονο η οικογένεια της Μαντούς, που είχε επιστρέφει από την Τεργέστη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ώστε να προσφέρει στην Επανάσταση.
Η οικογένεια Μαυρογένη παρέδωσε στους απεσταλμένους του πρίγκιπα 3.000 γρόσια. Από την ημέρα εκείνη η νεαρή γόνος των Μαυρογένηδων, ωθούμενη από πατριωτισμό και ενθουσιασμό, δεν σταμάτησε να προσφέρει οικονομικά στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Ξόδεψε όλη της την περιουσία για τον εξοπλισμό πλοίων και την συγκρότηση ένοπλου σώματος συμπατριωτών της, που συμμετείχε σε πολλές μάχες της Επανάστασης.
Η Μαντώ είχε ανατραφεί μέσα στον πλούτο και τις ανέσεις και ενώ μπορούσε να λάμψει με την ομορφιά και την παιδεία της, στα σαλόνια της Βιέννης και του Παρισιού, αυτή λαχταρά, όπως έγραφε στην περίφημη έκκλησή της προς τις Γαλλίδες γυναίκες υπέρ του ελληνικού Αγώνα,, μια ημέρα μάχης όπως αυτές ποθούν μια νύχτα χορού. Κατά την διάρκεια της αιματοβαμένης Επαναστάσεως έλαβε τον βαθμό του αντιστρατήγου, ο Νικόλαος Δραγούμης, στο έργο του με τίτλο "Ιστορικές αναμνήσεις", αναφέρει ενδεικτικά : " Η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του αγώνος". Ο Γάλλος περιηγητής και ιστορικός Φραγκίσκος Πουκεβίλ αναφέρει συμμετοχή της Μαντώς στο ένοπλο σώμα που συγκρότησε ο δεσπότης Καρύστου Νεόφυτος.
Η αριστοκράτισσα καλλονή και ερωμένη ενός από τους ηγέτες της Επανάστασης, μάλλον προκαλούσε πολιτικά και κοινωνικά τα συντηρητικά ήθη της εποχής. Σίγουρο είναι πως και μόνον η παρουσία της όμορφης γόνου των Μαυρογένηδων μεταξύ των σκληροτράχηλων αγωνιστών, αποτέλεσε σημαντική προσφορά στην εθνική υπόθεση, καθώς η πατριωτική της δράση, έφθανε στην ρομαντική Ευρώπη εκείνης της εποχής εξωραϊσμένη και μετατρεπόταν σε ζωγραφικούς πίνακες, λιθογραφίες, ποιήματα και τραγούδια. Στα μάτια των Ευρωπαίων η Μαντώ πρόβαλλε ως η νέα Ζαν ντ’ Αρκ, με άμεση συνέπεια την ενδυνάμωση του φιλελληνικού ρεύματος. Τον Οκτώβριο του 1821 μια αλγερινή φρεγάτα επιχείρησε να αποβιβάσει ένα ναυτικό άγημα στην Νήσο Μύκονο, με εντολή να επαναφέρει το επαναστάτημένο νησί υπό την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης και του σουλτάνου. Οι ντόπιοι επαναστάτες επιτέθηκαν εναντίον των Αλγερινών και τους αποδεκάτισαν, με αρχηγό την Μαντώ Μαυρογένους.
Αμέσως μετά την απόκρουση των Αλγερινών, σύμφωνα με τον Πουκεβίλ, η Μαντώ συγκρότησε και εξόπλισε 16 λόχους από Κυκλαδίτες επαναστάτες και αποβιβάσθηκε στην Εύβοια. Εκεί πολιόρκησε μαζί με ντόπιους οπλαρχηγούς την Κάρυστο, φέρνοντας σε δυσχερή θέση τον ικανότατο διοικητή της πόλης, Ομέρ μπέη. Κατόπιν πήγε στη Μαγνησία, όπου μαζί με τους οπλαρχηγούς Καρατάσο και Διαμαντή κατέλαβε τις στενωπούς του Πηλίου, επιχειρώντας να εμποδίσει την κάθοδο του πασά Ισμαήλ Πότα. Σύμφωνα πάλι με τον Γάλλο περιηγητή, η Μαντώ με τους άνδρες της διέλυσε την τουρκική εμπροσθοφυλακή που επιχείρησε να διασχίσει τα στενά.
Ο έρωτας των δύο ηρώων
Τον Ιούλιο του 1822 ο Μαχμούτ πασάς, ο επονομαζόμενος Δράμαλης, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 30.000 εμπειροπόλεμων ανδρών, με αποστολή να καταστείλει την Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή. Ο ένδοξος στρατηγός συνέλαβε ένα ευφυές σχέδιο συνεχούς παρενόχλησης και φθοράς του αντιπάλου, και σε συνδυασμό με την καταστροφή όλων των πηγών διατροφής και ύδρευσης στην Αργολική πεδιάδα, θα προκάλεσε την υποχώρησή του Δράμαλη στην Κόρινθο. Μια από τις βασικές πτυχέ του σχεδίου, ήταν να προκαλέσει καθυστέρηση στην προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν το φρούριο του Αργους, ώστε να προλάβει ο ίδιος να προετοιμασθεί για την αντιμετώπισή τους. Ηγετική μορφή της άμυνας του Άργους ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η λαϊκή παράδοση και η ρομαντική φαντασία των ξένων ιστοριογράφων της εποχής θέλουν και την Μαντώ μεταξύ των υπερασπιστών του φρουρίου, όπου και τοποθετούν την αρχή του πολύκροτου ειδυλλίου της με τον Υψηλάντη. Πάντως, σε καμία πηγή δεν αναφέρεται ότι η Μαντώ βρισκόταν μέσα στο κάστρο, χωρίς βέβαια να θεωρείται και απίθανο η διψασμένη για δράση επαναστάτισσα να έσπευσε να λάβει μέρος στη δύσκολη προσπάθεια της απόκρουσης του Δράμαλη. Μετά από δωδεκαήμερη αντίσταση οι πολιορκημένοι κατάφεραν να διαφύγουν από το φρούριο, έχοντας φθείρει και καθυστερήσει σημαντικά τις τουρκικές δυνάμεις. Η Μαντώ, ακολουθώντας την συμβουλή του Υψηλάντη, επέστρεψε στην Μύκονο. Από εκεί συνέταξε τις περίφημες επιστολές της, προς τις γυναίκες της Αγγλίας και της Γαλλίας, επιδιώκοντας να προκαλέσει τη συμπάθειά τους για το αγωνιζόμενο έθνος. Την εποχή εκείνη πολλοί φιλέλληνες την επισκέφθηκαν στην Μύκονο. Μεταξύ αυτών ήταν οι Μάξιμος Ραιμπώ και Πουκεβίλ. Ολοι υπέκυψαν στην γοητεία της Ελληνίδας, εκδήλωσαν τον ενθουσιασμό τους και έγραψαν πραγματικούς διθυράμβους για την φυσική της ομορφιά, την πνευματική καλλιέργεια, αλλά, κυρίως, για την πατριωτική της θέρμη.
Μετά την συντριβή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η Μαντώ μετέβη στην Τήνο. Εκεί συγκέντρωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα και στην συνέχεια πήγε στο Ναύπλιο και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχικό οίκημα απέναντι από το σπίτι που είχε παραχωρηθεί στον Υψηλάντη. Η καλύτερη περίοδος για τον έρωτα των δύο νέων μόλις είχε ξεκινήσει. Την άνοιξη του 1825 προέβαλε ένας νέος σοβαρός κίνδυνος για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Ιμπραήμ πασάς, θετός γιος του πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Αλη, αποβιβάσθηκε στην Πελοπόννησο, επικεφαλής οργανωμένου Αγαρηνού στρατέυματος, κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Ο Υψηλάντης έσπευσε να οχυρωθεί στους Μύλους της Λέρνας. αποφασισμένος να αναχαιτίσει την πορεία των Αιγυπτίων προς το Ναύπλιο. Μαζί του ήλθε και η Μαντώ, διότι δεν ήθελε να αφήσει μόνο του τον αγαπημένο της, αλλά και για να μη φανεί κατώτερή του σε αγωνιστικότητα-πατριωτισμό.
Εκεί έγινε και η συνάντησή με τον Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, ο οποίος συμβούλευσε τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από εκείνη την ευάλωτη θέση, καθώς θεωρούσε την Αιγυπτιακή νίκη προδιαγεγραμμένη. Αλλά ο Υψηλάντης δεν τον άκουσε και κατάφερε, μαζί με τον Μακρυγιάννη και τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, να επιτύχει μια ανέλπιστη νίκη, η οποία όχι μόνο έκρινε την τύχη του Ναυπλίου, αλλά κλόνισε και την πεποίθηση για το αήττητο των Αιγυπτίων. Ο δεσμός των δύο νέων συνεχιζόταν ισχυρός, παρά τις δύσκολες στιγμές που διερχόταν η Επανάσταση, με την πτώση του Μεσολογγίου, και την Ηρωική έξοδο. Στον Δημήτρη Υψηλάντη υποβήθηκε στέρηση των πολιτικών και στρατιωτικών τους αξιωμάτων, λόγω της άρνησής του να υπογράψει το ψήφισμα της Υποτέλειας. Εκείνη την εποχή, ανάμεσα στο ζεύγος μπήκε ο Ιωάννης Κωλέττης.
ο έρωτας τους συναντά τις αντιρρήσεις των πολιτικών αρχηγών του αγώνα, και κυρίως του Ιωάννη Κωλέττη. Ο Κωλέττης φοβάται μήπως οι δυο νέοι θελήσουν να γίνουν οι πρώτοι βασιλείς του νέου έθνους. Για να διαλύσει τη σχέση τους, χρησιμοποιεί την όμορφη ζωγράφο Νίκη Καλογερά, που μόλις είχε έρθει από το Παρίσι. Ο Κωλέτττης την έβαλε, να προσπαθήσει, να κάνει ερωτική σχέση, με τον Υψηλάντη. Το πρόσχημα ήταν ένα πορτρέτο, του Υψηλάντη, το οποίο, θα έκανε ή ίδια η ζωγράφος Νίκη Καλογερά.
Ο δαιμόνιος πολιτικός αποφάσισε, λοιπόν, να διαλύσει πάση θυσία αυτόν τον δεσμό. Στην απόφασή του τον βοήθησαν ιδιαίτερα δύο γεγονότα. Το ένα ήταν η διαρκής επιδείνωση της υγείας του Υψηλάντη ο οποίος υπέφερε από χρόνια πάθηση των πνευμόνων, και το άλλο η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγονός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει την σχέση τους. Η Μαντώ, η οποία αντιμετώπιζε εντονότερες επικρίσεις, ζήτησε από τον Υψηλάντη να την νυμφευθεί. Εκείνος προσπάθησε να της εξηγήσει πως οι στιγμές ήταν κρίσιμες και δεν μπορούσε να την νυμφευθεί ,την στιγμή που η πατρίδα χανόταν. Επειδή, όμως αντιμετώπισε την οργή της, της έδωσε έγγραφη υπόσχεση για γάμο, όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν. Την ίδια περίοδο ο Κωλέττης προσέγγισε τους πιστούς σωματοφύλακες του Υψηλάντη και με ψεύτικη λύπη τούς ανέφερε ότι κινδύνευε η υγεία του αρχηγού τους, λόγω αυτού του δεσμού και ότι το όνομά του είχε εξευτελισθεί στον λαό του Ναυπλίου, ο οποίος τον έβλεπε να κυνηγά την φραγκοντυμένη Μυκονιάτισσα.
Τα επιχειρήματά του δεν άργησαν να τους πείσουν, και μια νύκτα κατά την οποία ο πρίγκιπας έλειπε σε περιπολία στους Μύλους, μερικοί άνδρες του εισέβαλαν στο σπίτι της Μαντούς, την μετέφεραν στο λιμάνι και την επιβίβασαν βίαια σε ένα πλοίο που απέπλεε για την Μύκονο, απειλώντας την, ότι θα την σκοτώσουν αν επέστρεφε στο Ναύπλιο. Όταν ο πρίγκιπας επέστρεψε στην πόλη και πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, εξοργίσθηκε. Εμαθε ποιοι ήταν οι ένοχοι, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει τον πρωταίτιο. Αμέσως έστειλε επιστολή στην ερωμένη του, με την οποία την καλούσε κοντά του και την παρακαλούσε να συγχωρήσει την απερισκεψία των ανδρών του. Πράγματι, η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο, αναγκάζοντας τον Κωλέττη να εφαρμόσει ένα δεύτερο σχέδιο.
Μια ημέρα τής έστειλε τους δύο προσωπικούς γιατρούς του Υψηλάντη, τον Χορτάκη και τον Ολύμπιο, για να της παρουσιάσουν με τραγικό τρόπο την κατάσταση της υγείας του πρίγκιπα και να της δηλώσουν πως αν δεν τον αποχωριζόταν, εκείνος θα πέθαινε και η πατρίδα θα έχανε έναν από τους πιο άξιους υπερασπιστές της. Τα λόγια τους ήταν αρκετά για να θίξουν τη φιλοπατρία της Μαντούς. Συγκέντρωσε βιαστικά τα πράγματά της και, χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν, εγκατέλειψε το Ναύπλιο.
Το τέλος του ειδυλλίου
Ο Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε τη φυγή της Μαντώς, της έστειλε επανειλημμένα επιστολές καλώντας τη να επιστρέψει, όμως τα φλογερά εκείνα γράμματα έπεσαν στο κενό. Η Μαντώ πίστεψε πως η επίσκεψη των γιατρών είχε σκηνοθετηθεί από τον ίδιον. Θεώρησε ότι ο Υψηλάντης επιδίωκε να αθετήσει, με αυτόν τον τρόπο, την υπόσχεση περί γάμου που της είχε δώσει. Πολύ γρήγορα η αγάπη της μετατράπηκε σε οργή και μνησικακία. Χωρίς να υπολογίσει την προσωπική της αξιοπρέπεια, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και κατέφθασε στην Τροιζήνα την περίοδο της έναρξης των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Εκεί συνέταξε μια αναφορά, στην οποία επισύναψε τη γραπτή υπόσχεση γάμου του πρίγκιπα, ζητώντας επίμονα δικαίωση, περισσότερο, ίσως, για να εξευτελίσει τον πρώην αγαπημένο της. Το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης, για να μην προκληθεί σκάνδαλο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτησή της, ακόμη και να την αναγνώσει.
Δέχθηκε, όμως, το αίτημά της να της παραχωρηθεί το σπίτι όπου διέμενε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της σχέσης της με τον Υψηλάντη και το οποίο της θύμιζε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, η Μαντώ Μαυρογένους έστειλε δύο νέες αναφορές (το 1828 και το 1830), ζητώντας και πάλι δικαίωση. Την πρώτη αναφορά της, ο Ιωάννης Καποδίστριας την υπέβαλε στην κρίση του υπουργού Δικαιοσύνης Ι.Γεννατά.
Ο Γεννατάς δήλωσε πως δεν προέκυπταν στοιχεία, για να διωχθεί ποινικά ο Υψηλάντης, και παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Εκκλησιαστικών που ήταν αρμόδιο για ζητήματα αθέτησης υπόσχεσης γάμου. Εκεί, όμως, η αναφορά τέθηκε στο αρχείο. Ακολούθησαν τραγικά και παρακμιακά γεγονότα για την χώρα: η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια κατά της πολιτικής του Καποδίστρια, η ανταρσία της Μάνης και του Πόρου και, τέλος, η δολοφονία του κυβερνήτη, την οποία η Μαντώ δεν κατάφερε να αποτρέψει (είχε προειδοποιήσει τον Καποδίστρια μόλις το προηγούμενο βράδυ ότι κινδύνευε η ζωή του). Τον Αύγουστο του 1832 ο Υψηλάντης πέθανε. Μετά την ανακήρυξή του από τον Καποδίστρια σε στρατάρχη της ανατολικής Ελλάδας, έλειπε τον περισσότερο καιρό από το Ναύπλιο, με συνέπεια η στρατιωτική ζωή να επιδεινώνει την εύθραυστη υγεία του.
Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Οταν, όμως, ο πρίγκιπας πέθανε, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει, χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυ- ροφορεμένη την κηδεία του, μια τραγική ανύπανδρη χήρα. Αμέσως μετά έφυγε για πάντα από το Ναύπλιο. Πέθανε τον Ιούλιο του 1848 στην Πάρο, πάμφτωχη και λησμονημένη από όλους, έχοντας θυσιάσει για την πατρίδα, την οποία τελικά αγαπούσε περισσότερο από το καθετί, την περιουσία, τα νιάτα και τον ίδιο τον έρωτά της.
Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε την εθνική επέτειο και τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.
Τι συνέβη, άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα, για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878).
Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.
Τί γιορτάζουμε 25 Μαρτιου (Διπλή Γιορτή) Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντηκαι της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.
Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες. Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.
Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα. Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία. Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας. Ήρωες του 1821: Μαντώ Μαυρογένους Εξέχουσα μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, μία από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα.
Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση της αντλούνται κυρίως από ξένους συγγραφείς, τους οποίους φαίνεται ότι είχε σαγηνεύσει με την προσωπικότητα και την ομορφιά της και όχι από τους συγχρόνούς της Έλληνες ιστορικούς και απομνηματογράφους, που αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον Αγώνα.
Η Μαντώ (Μαγδαληνή το βαπτιστικό της όνομα) Μαυρογένους γεννήθηκε το 1796 ή το 1797 στην Τεργέστη, όπου ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, γόνος της ονομαστής φαναριώτικης οικογένειας των Μαυρογένηδων με καταγωγή από τις Κυκλάδες, ασχολείτο με το εμπόριο. Η μητέρα της Ζαχαράτη Χατζή Μπατή, γεννημένη στη Μύκονο, αλλά με καταγωγή από τη Σπάρτη, ήταν πολύγλωσση και κρατούσε τα κατάστιχα των εμπορικών δραστηριοτήτων του άνδρα της. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλέλληνα στρατιωτικό και συγγραφέα Μαξίμ Ρεμπό , η Μαντώ γνώριζε γαλλικά και ιταλικά. Ήταν προικισμένη μ’ ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά «όταν μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα». Με την έναρξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους από την Τήνο, όπου διέμενε μετά τον θάνατο του πατέρα της, έσπευσε στη Μύκονο και πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων του νησιού.
Στο σημείο αυτό να περάσουμε να δούμε τι αναφέρει σχετικά, ο κατά γενική ομολογία όλων των πατριωτών, κορυφαίος Έλληνας σε ηθική, παιδεία, θάρρος, αξιοπρέπεια, ευρηματικότητα- δημιουργικότητα, προσφορά την δεκαετία που διανύουμε ο Άγγελος-Ευάγγελος Φ. Γιαννόπουλος :
"Υπάρχουν λαοί οι οποίοι με κλάματα, παρακάλια και βλαστήμιες, καλούν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να τους βοηθήσει. Όμως οι Έλληνες, μόνον με έναν τρόπο ξέρουν να καλούν τον Χριστό να τους υποστηρίξει, πολεμώντας. Όλοι οι πραγματικοί Έλληνες εφάρμοσαν πιστά την διδαχή του στυλοβάτη του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου : " Κρείττων γάρ επαινετός πόλεμος, ειρήνης χωριζούσης θεού. Η χριστιανική πίστη θεωρεί τον πόλεμο και την χρήση των όπλων προς άμυνα βέβαια, ένα αναγκαίο κακό.
Επομένως, όταν κινδυνεύουν τα αγαθά της ζωής, η τιμή, η ελευθερία, η πατρίδα και η οικογένεια, οφείλουμε ως χριστιανοί να τα υπερασπιστούμε πολεμώντας ακόμη και μέχρι θανάτου εάν χρειαστεί. Ο Κύριος έλεγε: "Μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει ίνα τις θει την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού". Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να θυσιαστεί κανείς για αυτούς που αγαπάει. Όταν λοιπόν θυσιαστεί κανείς στον πόλεμο για να υπερασπίσει τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τους δικούς του είναι επαινετή πράξη. Βέβαια όλοι οι χριστιανοί πριν φτάσουν στην χρήση των όπλων οφείλουν να εξαντλήσουν κάθε ειρηνικό μέσο και μόνο σαν έσχατο όπλο να χρησιμοποιήσουν τον πόλεμο.
Ο Μέγας Αθανάσιος μας διδάσκει : "Ενώ η αφαίρεση της ζωής του άλλου ανθρώπου βιαίως (φόνος), είναι καθ’ εαυτόν παράνομος, το να πεθάνεις στον πόλεμο, άρα και το να φονεύσεις τους εχθρούς, και ορθό είναι και νόμιμο είναι και αξιέπαινο". Στις εθνικές εορτές τιμούμε τους αμυντικούς πολέμους του έθνους μας, καθώς καi oσους θυσιάστηκαν για την πατρίδα. Όλες οi εθνικές εορτές συνδέονται με επίσημες δοξολογίες και με προσευχή. Αυτό μας δείχνει ότι η Εκκλησία-Ορθοδοξiα ευλογεί τους δικαίους και αμυντικούς πολέμους.
Ενδεικτικά σάς αναφέρω ότι την σημαία του 21’ κρατάει ένας δεσπότης. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Άγιος Κωνσταντίνος στον κρίσιμο εκείνο πόλεμο μετά από τον οποίο έγινε μονοκράτορας πολέμησε με το λάβαρο, το οποίο είχε επάνω το Σταυρό και τη φράση «Εν τούτω Νίκα». Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και την θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ενεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν, έλεγε ο Στρατηγός I. Μακρυγιάννης Είναι γεγονός αποδεκτό από όλους ότι η Ορθοδοξία βρίσκεται υπό διωγμόν, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Αριστοκλής-Πλάτωνας εiναι ο πρώτος-κορυφαίος εθνικιστής φιλόσοφος, όλων των εποχών, διότι καθόρισε το πρώτο και σπουδαιότερο πατριωτικό αξίωμα, ενώ ήταν ο μοναδικός φιλόσοφος στον κόσμο ο οποίος πήγε ενάντια, στην Φιλοσοφική και ηθική του διδασκαλία για να επιβιώσει η Ελλάδα. Αν είσαι ανήμπορος να κρατήσεις αναμμένες τις λαμπάδες της Πατρίδα σου, δεν είσαι συνειδητός Έλληνας, δεν είσαι Πατριώτης. Χρωστάμε σ’ όσους ήλθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί ( Κωστής Παλαμάς).
Αν λαχταράς την λευτεριά σε ξένους μην ελπίζεις, παρ’ την ο ίδιος αν μπορείς αλλιώς δεν την αξίζεις. Αυτά είπε μεταξύ πολλών άλλων ο μεγαλύτερος υμνητής των δυο ιερότερων ανθρώπινων αξιών, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, οι οποίες εiναι δημιουργήματα των αρχαίων Ελλήνων. Οι πρόγονοί μας όχι μόνον δημιούργησαν αυτές τις δύο αξίες, αλλά της "πότισαν" με αίμα, όσο κανένα άλλο Έθνος στην παγκόσμια ιστορία.
Το Ελληνικό Γένος αν σώθηκε ως σήμερα, αν επέζησε
μετά από τόσους εχθρούς, εξωτερικούς και εσωτερικούς, προ πάντων εσωτερικούς, ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριά, σκλαβιά και πείνα, δεν το χρωστάει στην λογική. Θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν την Φιλική Εταιρεία, Θυμηθείτε το 21, το χρωστάμε στο θαύμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας. Ευλογημένη ή σπίθα αυτή πού αψηφάει τις φρόνιμες συμβουλές της λογικής, κι όταν φτάσει το Γένος στα χείλια του γκρεμού βάζει φωτιά σε ολόκληρη την ψυχή και φέρνει το θαύμα".
Στα θαύματα χρωστάει ή Ελλάδα την ζωή της. Πατρίδα, , ήσουν άτυχη, από ανθρώπους να σε κυβερνούν, μόνο ο Θεός σε κυβερνάει και σε διατηρεί ακόμη, αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Αλήθεια μόνο ό θεός, μόνο ή σπίθα' τη στιγμή που κινδυνεύει σε μια γωνιά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά. Ένα από αυτά τα οποία μας δίδαξαν οι πρόγονοι μας, είναι ότι η μεγαλύτερη αξία σε έναν άνθρωπο είναι να κρατά την ψυχή στο στόμα, να πολεμά, να επιμένει για το αδύνατο, το ακατόρθωτο.
Από την στιγμή που δεν θα λυγήσει, αλλά θα παραμείνει ανυποχώρητος, τότε γίνεται το θαύμα που ποτέ ένας δειλός δεν μπορεί να πιστέψει, καθώς το αδύνατο, το ακατόρθωτο έχει γίνει πλέον δυνατό κερδίζοντας την ζωή και την ελευθερία. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά των αρχαίων προγόνων μας, των ΙΕΡΩΝ Ελλήνων, από τους σημερινούς ραγιάδες-προδότες. Πάντοτε οι αρχαίοι πρόγονοι μας, όταν όλα έδειχναν τελειωμένα, εκεί που φαινόταν να μην υπάρχει καμία ελπίδα, οι πραγματικοί Έλληνες αγωνιζόταν, ενάντια σε κάθε λογική. Το αποτέλεσμα σε κάθε εποχή ήταν να πετυχαίνουν το ακατόρθωτο. Η ελευθερία του ανθρώπου είναι το πιο ακριβό αγαθό, δεν δίνεται δωρεάν ούτε από τον Θεό, ούτε από τους ανθρώπους, χρειάζεται πολύς αγώνας, κόπος, αίμα για να πάρεις πίσω την ζωή σου. Αυτό μας το έδειξαν οι πόλεμοι των αγίων προγόνων μας, οι οποίοι πολεμούσαν, όλους εκείνους τους αιώνες για να παραμείνουν ελεύθεροι και για να έχουν την διοίκηση της Ελληνικής-Ρωμαικής αυτοκρατορίας. Εάν η ζωή ήταν μόνον προσευχές, καθώς και υποστήριξη του Χριστού μέσω θεόσταλτων σωτήρων, τότε οι προγονοί μας, αυτοί οι τέλειοι χριστιανοί δεν θα χρειαζόταν να πολεμήσουν ποτέ κατά την μεσαιωνική εποχή. Θα έπρεπε δικαιωματικά να καθόταν όλους εκείνους τους αιώνες στα σπίτια τους-καναπέδες να περιμένουν τον αντίστοιχο Βατάτζη, τον οποίο περιμένουν αδίκως οι ραγιάδες σήμερα.
Η προσμονή "θεόσταλτων σωτήρων" από τον θεο είναι ένα από τα μεγαλύτερα δείγματα αμάθειας-παρακμής των ραγιάδων, οι οποίοι σαπισμένοι από την σεξουαλική διαφθορά αναμένουν βοήθεια από τον θεό.Σκεφτείτε τί θα γινόταν εάν οι προγονοί μας οι άγιοι Έλληνες της Ρωμαικής αυτοκρατορίας σε κάθε εισβολή των αμέτρητων εχθρών μας αντι να πολεμούν να έκαναν
Στα θαύματα χρωστάει ή Ελλάδα την ζωή της. Πατρίδα, , ήσουν άτυχη, από ανθρώπους να σε κυβερνούν, μόνο ο Θεός σε κυβερνάει και σε διατηρεί ακόμη, αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Αλήθεια μόνο ό θεός, μόνο ή σπίθα' τη στιγμή που κινδυνεύει σε μια γωνιά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά. Ένα από αυτά τα οποία μας δίδαξαν οι πρόγονοι μας, είναι ότι η μεγαλύτερη αξία σε έναν άνθρωπο είναι να κρατά την ψυχή στο στόμα, να πολεμά, να επιμένει για το αδύνατο, το ακατόρθωτο.
Από την στιγμή που δεν θα λυγήσει, αλλά θα παραμείνει ανυποχώρητος, τότε γίνεται το θαύμα που ποτέ ένας δειλός δεν μπορεί να πιστέψει, καθώς το αδύνατο, το ακατόρθωτο έχει γίνει πλέον δυνατό κερδίζοντας την ζωή και την ελευθερία. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά των αρχαίων προγόνων μας, των ΙΕΡΩΝ Ελλήνων, από τους σημερινούς ραγιάδες-προδότες. Πάντοτε οι αρχαίοι πρόγονοι μας, όταν όλα έδειχναν τελειωμένα, εκεί που φαινόταν να μην υπάρχει καμία ελπίδα, οι πραγματικοί Έλληνες αγωνιζόταν, ενάντια σε κάθε λογική. Το αποτέλεσμα σε κάθε εποχή ήταν να πετυχαίνουν το ακατόρθωτο. Η ελευθερία του ανθρώπου είναι το πιο ακριβό αγαθό, δεν δίνεται δωρεάν ούτε από τον Θεό, ούτε από τους ανθρώπους, χρειάζεται πολύς αγώνας, κόπος, αίμα για να πάρεις πίσω την ζωή σου. Αυτό μας το έδειξαν οι πόλεμοι των αγίων προγόνων μας, οι οποίοι πολεμούσαν, όλους εκείνους τους αιώνες για να παραμείνουν ελεύθεροι και για να έχουν την διοίκηση της Ελληνικής-Ρωμαικής αυτοκρατορίας. Εάν η ζωή ήταν μόνον προσευχές, καθώς και υποστήριξη του Χριστού μέσω θεόσταλτων σωτήρων, τότε οι προγονοί μας, αυτοί οι τέλειοι χριστιανοί δεν θα χρειαζόταν να πολεμήσουν ποτέ κατά την μεσαιωνική εποχή. Θα έπρεπε δικαιωματικά να καθόταν όλους εκείνους τους αιώνες στα σπίτια τους-καναπέδες να περιμένουν τον αντίστοιχο Βατάτζη, τον οποίο περιμένουν αδίκως οι ραγιάδες σήμερα.
Η προσμονή "θεόσταλτων σωτήρων" από τον θεο είναι ένα από τα μεγαλύτερα δείγματα αμάθειας-παρακμής των ραγιάδων, οι οποίοι σαπισμένοι από την σεξουαλική διαφθορά αναμένουν βοήθεια από τον θεό.Σκεφτείτε τί θα γινόταν εάν οι προγονοί μας οι άγιοι Έλληνες της Ρωμαικής αυτοκρατορίας σε κάθε εισβολή των αμέτρητων εχθρών μας αντι να πολεμούν να έκαναν
μόνον συλλαλητήρια ; Θα είχε αφανιστεί η Ελλάδα πολλούς αιώνες πρίν. Φανταστείτε την ώρα που εισέβαλαν οι Πέρσες, οι Αγαρηνοί, οι Γότθοι, οι Βούλγαροι, οι Ρώσοι, οι Άβαροι κλπ, να έπαιρναν οι άγιοι πρόγονοι μας σημαίες και πανό να έκαναν συλλαλητήρια και να έλεγαν δεν πολεμάμε.
Σε κάθε πρόταση παραδόσεως απο τους εχθρούς, οι πρόγονοι μας απαντούσαν ΟΧΙ. Όλες τις φορές οι Έλληνες απάντησαν αρνητικά. Γνώριζαν τον διαχρονικό και ιερό τρόπο εθνικής επιβίωσης και ότι περίπτωση που θα τολμούσαν να γίνουν προδότες θα "έσπαγε" η ιερή ιστορική συνέχεια, η οποία κρατούσε το έθνος ζωντανό στο πέρασμα πολλών αιώνων. Ήξεραν πολύ καλά οι Έλληνες ότι αν γινόταν προδότες τότε θα κατέστρεφαν δια παντός τον Ελληνισμό.
Αυτό διότι ανά πάσα στιγμή οι επόμενες γενιές Ελλήνων θα τους είχαν ως παράδειγμα με συνέπειες τραγικές καθώς θα ακολουθούσαν και άλλοι οι οποίοι θα γίνονταν προδότες. Από την στιγμή που θα καταστραφεί η ιερή ιστορική συνέχεια των ηθικών και των γενναίων Ελλήνων θα ακολουθούσαν γενεές προδοτών και δειλών. Ο Χριστός βοηθά μόνον αυτούς που αγωνίζονται σκληρά, μόνον όσους πολεμούν, όσους ζούνε χωρίς σεξουαλικές ανωμαλίες. Αντιθέτως δεν βοηθά ποτέ όσους ζούνε μέσα στην σεξουαλική διαφθορά. Επίσης ο Θεός δεν βοηθά ποτέ όσους είναι καθήμενοι σε έναν καναπέ, και περιμένουν την ελευθερία, να τους δωθεί ως "δώρο", χωρίς να βοηθούν τον συνάνθρωπο, χωρίς να ζούνε ηθικά. Το πιο κλασικό παράδειγμα οι Εβραίοι οι οποίοι έκαναν σεξουαλικές ανωμαλίες, ενώ ταυτόχρονα λάτρεψαν δαίμονες. Τότε ο Θεός περίμενε να πεθάνει μέχρι και ο τελευταίος Εβραίος που είχε αμαρτήσει ενώπιον του.
Μόνον τότε πήγε τους υπόλοιπους που δεν είχαν αμαρτήσει στην γη της επαγγελίας. Ο αληθινός θεός-Δημιουργός είναι ο θεός του καλού, της δικαιοσύνης, της αγάπης, της τάξης, της ηθικής, για αυτό δεν βοήθησε ποτέ ανά τους αιώνες, τους σάπιους που ζούνε μέσα στην σεξουαλική διαφθορά, την αδικία, την ανομία, την αταξία κλπ. Οι πηγές ζωής του έθνους μας, ήταν και είναι η Ορθοδοξία και η αρχαία Ελληνική παιδεία. Το 1940 νικήσαμε γιατί ο λαός και οι μαχητές του είχαν ως παράδειγμα του; αγνωνιστες ’21. Γιατί έβλεπαν την Παναγία να περπατά πάνω στα χιόνια, γιατί ντρέπονταν να ντροπιαστούν!
Οι Έλληνες του 1821 και του 1940, δεν είχαν σε καμία περίπτωση την πνευματική αίγλη των Ελλήνων, των Περσικών πολέμων, και των Ελλήνων της Ρωμαικής αυτοκρατορίας, καθώς οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι και απαίδευτοι. Εν τούτοις γιατί ζούσαν ηθικά-μοναγαμικά, χωρίς σεξουαλικές ανωμαλίες, με πίστη Χριστού, επέτυχαν δύο θρυλικά επιτεύγματα, ενάντια σε κάθε λογική. Την απελευθέρωση του έθνους, το 1821 και το έπος του 1940. Η Ορθοδοξία, Τα χρηστά ήθη, και η αρχαία Ελληνική γραμματεία ήταν και είναι, οι πηγές ζωής και επιβιώσεως του Ελληνικού έθνους, το μεγαλύτερο παράδειγμα περί αυτού, οι προσωπικές μου, ιστορικές παρατηρήσεις, για το έπος του Ηράκλειου.
Οι Πέρσες είχαν αρπάξει τον Τίμιο Σταυρό, το ιερότερο κειμήλιο του Χριστιανισμού, οι εκστρατείες του Ηρακλείου προσέλαβαν έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα.
Όταν ο Έλληνας Ηράκλειος από την Καππαδοκία της Μικράς Ασίας, ανέβηκε στον Ελληνικό (Ρωμαικό) θρόνο, το κράτος ήταν τελείως χρεοκοπημένο. Ταυτόχρονα για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, είχαμε την εισβολή και την κατάκτηση της μισής Ελληνικής-Ρωμαικής αυτοκρατορίας, από τους Πέρσες.
Είχαμε πολλές χιλιάδες σφαγμένων Ελλήνων, είχαμε κλοπές, εμπρησμούς, βιασμούς, σκλάβωμα γυναικών κλπ. Επίσης για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά έγινε εισβολή από τους Πέρσες στα Ιεροσόλυμα, όπου εκεί έλαβαν χώρα άγριες σφαγές, κλοπές, εμπρησμοί, τους βιασμοί, και το σκλάβωμα χριστιανών.
Μαζί με όλα αυτά έκαψαν τον ναό του Παναγίου τάφου, έκλεψαν τον Τίμιο Σταυρό, και πήραν μαζί τους αιχμάλωτο τον πατριάρχη Ζαχαρία. Εντούτοις με όπλο τα χρηστά ήθη και την σωστή παιδεία, μέσα σε επτά μόνον χρόνια,οι Έλληνες ανέκαμψαν, με αποτέλεσμα να πάρουν πίσω όλα τα κατεκτημένα εδάφη από τους Πέρσες. Όμως οι προγονοί μας δεν σταμάτησαν εκεί αλλά πέρασαν στην αντεπίθεση, κατακτώντας ολόκληρη την Περσική αυτοκρατορία. Αυτό το έκανε ο Ηράκλειος με έναν τελείως απειροπόλεμο στρατό.
Έναν Ελληνικό στρατό τον οποίο δημιούργησε εκ του μηδενός μέσα σε δέκα μήνες. Είδατε τι επέτυχαν οι Ένδοξοι πρόγονοι εξαιτίας των χρηστών ηθών, και της σωστής παιδείας ; Ακόμη και ο Μ. Αλέξανδρος με πολύ έμπειρους και περισσότερους στρατιώτες, με ένα πανίσχυρο Ελληνικό Μακεδονικό βασίλειο πολιτικά-οικονομικά, και στρατιωτικά έκανε περισσότερο χρονικό διάστημα να κατακτήσει την Περσική αυτοκρατορία, σε σχέση με τον Ηράκλειο. Την εποχή του Μ. Αλέξανδρου δεν ηταν κατακτημένη η Ελλάδα και το Μακεδονικό βασίλειο.
Στον αντίποδα κατά την βασιλεία του Ηράκλειου επικρατούσε χάος και όλεθρος. Την εποχή του Ιουστινιανού του Α, όπως και στην εποχή του Θεοδόσιου, του Αρκάδιου, του Θεοδόσιου του Β, του Ιουστίνου του Α, του Ιουστίνου του Β, είχαμε μόνον συνοριακούς πολέμους, και περιόδους ειρήνης με τους Πέρσες. Μόνον όταν ανέβηκε στον θρόνο, ο πρώτος Έλληνας Χριστιανός βασιλιάς, ο Ηράκλειος από την Καππαδοκία έκαναν οι Πέρσες όλα αυτά τα τρομερά πράγματα εις βάρος των Ελλήνων, τα οποία, δεν είχαν ξαναγίνει ποτέ από μέρος των Μηδων.
TΟ ΑΠΟΓΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Το απόγειον της Ελληνορθοδοξίας, ήταν όταν ο Έλληνας Αυτοκράτορας Ηράκλειος πήρε πίσω από τους Πέρσες τον Τίμιο Σταυρό, τον οποίο πήγε ο ίδιος πίσω στα Ιεροσόλυμα. Ο θρίαμβος των Ελλήνων ήταν ολοκληρωτικός. Δεκατέσσερα χρόνια πριν, το 614 μ.Χ., το Ελληνικό-Ρωμαικό κράτος, είχε βρεθεί κατακτημένο κατά το ήμισυ από τους Πέρσες, ενώ παράλληλα ήταν και για πρώτη φορά στην ιστορία του σκόπιμα χρεοκοπημένο, εξαιτίας των αλλοδαπών βασιλέων-αυτοκρατόρων.
Ήταν η εποχή που έδωσαν οι Πέρσες τελεσίγραφο στους προγόνους μας, ότι ή θα εγκαταλείψουν όλοι τον Ιησού Χριστό, η δεν θα ξαναδούν ποτέ τον ήλιο. Τελικά ο υπερόπτης εωσφοριστής Χοσρόης ο οποίος αποκαλούσε τον Ηράκλειο, δούλο του, έχασε την ζωή του, και ο γιός του έκανε κηδεμόνα-δούλο, το παιδί του στον Έλληνα αυτοκράτορα Ηράκλειο. Αυτό ειναι το απόγειο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Ο Χριστός και η Ελληνική-Ρωμαική αυτοκρατορία είχαν κερδίσει κατά κράτος τον εωσφόρο και την αυτοκρατορία του. Η Περσική αυτοκρατορία επί 1228 χρόνια προσπαθούσε να αφανίσει δια παντός τον Ελληνισμό.
Εξαιτίας της γενναιότητας, του ήθους, της πίστης, των χρηστών ηθών, και της βοήθειας του Ιησού Χριστού, οι πρόγονοι μας κατέβαλαν δια παντός τον προαιώνιο εχθρό του Ελληνικού έθνους. To Eλληνικό έθνος έφτασε στο στρατιωτικό απόγειο του με τις δύο κατακτήσεις της Περσικής αυτοκρατορίας (Μ. Αλέξανδρος, Μ. Ηράκλειος). Αυτά εiναι τα δυο μεγαλύτερα στρατιωτικά επιτεύγματα όλων των εποχών".
Οι σημερινοί ραγιάδες, είναι εντελώς ανάξιοι να φορούν τα φουστάνια της Ηρώς Κωνσταντοπούλου
Τα Λιοντάρια της Συρίας και οι δειλοί-αιδοιόδουλοι ραγιάδες
* Η Αντωνέλλα-Ειρήνη Κομνηνού, είναι δασκάλα-γυμνάστρια.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου